Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Funny video at the gym.....

ΓΥΦΤΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Ένας γύφτος αγοράζει οικόπεδο δίπλα από το σπίτι ενός γιατρού.
Φωνάζει λοιπόν ένα μηχανικό και τον βάζει να του κτίσει ένα ίδιο ακριβώς σπίτι.
Όταν τελείωσε το σπίτι του ο γύφτος βγαίνει στο μπαλκόνι και φωνάζει το γιατρό.
- Γιατρέ! γιατρέ!
- Τί είναι ρε παλιόγυφτε; του λέει ο γιατρός
- Να του λέει ο γύφτος εσύ μπορεί να μην με χωνεύεις αλλά εγώ είμαι ίδιος με ένα γιατί έχουμε το ίδιο σπίτι!
- Αποκλείεται του λέει ο γιατρός γιατί δεν έχουμε τα ίδια έπιπλα…
Σκυλιάζει ο γύφτος παραγγέλνει τα ίδια ακριβώς έπιπλα με του γιατρού και ξαναβγαίνει στο μπαλκόνι.
- Γιατρέ - γιατρέ ίδιο σπίτι έχουμε ίδια έπιπλα είμαι ίδιος με σένα.
- Τί λες ρε παλιόγυφτε του λέει ο γιατρός έχουμε το ίδιο αυτοκίνητο;;
και του δείχνει μια πολυτελή MERCEDES που είχε στο γκαράζ.
Σκυλιάζει ο γύφτος βάζει γραμμάτια παίρνει δάνεια και αγοράζει μια ακριβώς ίδια MERCEDES και βγαίνει πάλι στο μπαλκόνι.
- Γιατρέ - γιατρέ!
- Τί θες ρε παλιόγυφτε; του λέει ο γιατρός
- Είμαι “καλύτερος” από σένα!
- Γιατί ρε; του λέει ο γιατρός
- Να του λέει ο γύφτος έχουμε ίδιο σπίτι ίδια έπιπλα και ίδιο αυτοκίνητο. Συμφωνώ, αλλά από που και ως που είσαι καλύτερος από μένα;
λέει ο γιατρός
- Γιατί εγώ έχω γείτονα γιατρό, ενώ εσύ έχεις γείτονα ΓΥΦΤΟ!!!

Τί Κοιτάς;

Ένας τύπος περνώντας από μια πλατεία, βλέπει καμιά πενηνταριά άτομα να κοιτάνε προς τα πάνω.
Πάει στον πρώτο και τον ρωτάει:
- Τι κοιτάς ρε φίλε;
- Ξέρω και γω; Είδα τους άλλους που κοιτάγανε και κοιτάω κι εγώ.
Πάει στον επόμενο, τα ίδια. Τα ίδια και ο επόμενος κλπ.
Πάει και στον πρώτο και τον ρωτάει:
- Ρε φίλε θα τρελαθώ. Τι κοιτάνε όλοι εκεί επάνω;
Και ο άλλος:
- Που θες να ξέρω ρε μεγάλε; Εμένα πάντως μου μάτωσε η μύτη.

Συνέδριο Ξανθιών

Θέλανε οι ξανθιές να αποδείξουνε ότι δεν είναι χαζές, οπότε μαζευτήκανε στο ΣΕΦ (όσες χωρούσανε) και βρήκανε και κάποιους επιστήμονες για κριτές.
Παίρνουν οι κριτές μια τυχαία ξανθιά από το κοινό και άρχισαν τις ερωτήσεις.
-Πείτε μας, δεσποινίς πόσο κάνει οχτώ και επτά;
-Δώδεκα, απαντά μετά από λίγη σκέψη.
Αρχίζουν οι υπόλοιπες ξανθιές να φωνάζουν:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία…
Οι κριτές για να μη φανούν κακοί την ξαναρωτάνε:
-Παρακαλώ πείτε μας, πόσο κάνει έξι και έξι;
-Εντεκα ,απαντά η ξανθιά.
Αρχίζει πάλι το κοινό:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία…
Οι κριτές τελικά το παραβλέπουν και ρωτούν για τελευταία φορά:
-Πείτε μας πόσο κάνει τρία και ένα;
Νεκρική ησυχία στο κοινό από την αγωνία, η ξανθιά να τρέμει, οπότε όλο αμφιβολία απαντά:
-Μήπως τέσσερα;
Και αρχίζουν να φωνάζουν από το κοινό:
-Δωσ’της άλλη μια ευκαιρία, δωσ’της άλλη μια ευκαιρία….

Με Αγάπη, Η Πεθερά Σου

Ήταν κάποτε τρείς παντρεμένοι φίλοι. Ο ένας αγαπούσε την πεθερά του, ο άλλος ήταν αδιάφορος και ο τρίτος τη μισούσε.
Μια μέρα λοιπόν, όταν ο ένας απ΄τους φίλους ερχόταν απ΄τη δουλειά, ακούει φωνές απ’το ασανσέρ. Ήταν η πεθερά του που φώναζε: “Βοήθεια, βοήθεια!”. Ο τύπος λοιπόν, αγαπούσε πολύ τη πεθερά του, οπότε τρέχει να τη βοηθήσει. Κατάφερε να την απεγκλωβίσει και η πεθερά τον ευγνωμονούσε γι’αυτό. Την επόμενη μέρα, μόλις βγαίνει απ΄το κτίριο της εταιρίας στην οποία δούλευε, βλέπει μπροστά στην είσοδο παρκαρισμένη μια BMW, με μια επιγραφή στο καπώ “Με αγάπη, η πεθερά σου!”
Μια άλλη μέρα, ο δεύτερος απ’τους τρεις γυρίζει σπίτι. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία, ξαφνικά ακούει φωνές απ’το ασανσέρ. Ήταν η πεθερά του που φώναζε “Βοήθεια, βοήθεια!”. Ο τύπος λοιπόν, ναι μεν δεν συμπαθούσε τη πεθερά του, αλλά λέει τι στο καλό, μητέρα της γυναίκας μου είναι, οπότε πάει να τη βοηθήσει. Κατάφερε να την απεγκλωβίσει κι αυτός και η πεθερά τον ευγνωμονούσε γι’αυτό. Για να τον ευχαριστήσει, την επόμενη μέρα, μόλις βγαίνει απ΄το κτίριο της εταιρίας στην οποία δούλευε, βλέπει μπροστά στην είσοδο παρκαρισμένη μια Μερσεντές, με μια επιγραφή στο καπώ “Με αγάπη, η πεθερά σου!”
Μετά από λίγο καιρό, ο τρίτος φίλος γυρίζει σπίτι απ’τη δουλειά. Ακούει τις φωνές της πεθεράς του απ’το ασανσέρ. Είχε εγκλωβιστεί κι αυτή και ζητούσε βοήθεια. Όμως αυτός την αντιπαθούσε ιδιαίτερα, οπότε και την άφησε να πεθάνει από κλειστοφοβία.
Την επομένη στο γραφείο, όλοι σε κλίμα πένθους, αλλά αυτός ήταν άνετος κι ωραίος, λές και δεν είχε πεθάνει η πεθερά. Βγαίνοντας έξω απ΄το γραφείο, βλέπει μια Ferrari παρκαρισμένη απ’έξω, πάνω στο καπώ της οποίας υπήρχε μια επιγραφή “Με αγάπη, ο πεθερός σου!”

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΗΣ

Βαρέλι, ωεροβάρελο
ποιος σε νεροβαρελόδεσε;
Ο γιος του νεροβαρελοδέτη με νεροβαρελοβάρεσε
Να ΄χα γω τα σύνεργα
του γιού του νεροβαρελοδετή,
καλύτερα θα σε νεροβαρελόδενα .

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΗΣ

Της αλεπούς ο νούρλαρος πως δεν εξεκαυκαλοξεκουμποθηλυκαθρώθη;
Τουτη η στράτα κι΄ άλλη μία, όλο μουλαραχναριά.
Της αλεπούς η ουρά εφτά φορές εξεφηκαροκομπομανικοθηλυκώθηκε.

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΗΣ

Πούγκαν παμπακόπουγκαν, πουγκίν παμπακοπούγκιν.

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΗΣ

Βαρέλι νεροβάρελο, ποιος σε νεροβαρελόδενε;
Του νεροβαρελοδέτη ο γιος.

ΓΛΩΣΣΟΔΕΤΗΣ

Της καρέκλας το ποδάρι, ξεκαρεκλοποδαρώθηκε.
Ε! το ξεκαρεκλοποδομένο!